Η Ντύρντρα, έργο που αποτέλεσε σταθμό στην δραματουργική παραγωγή του κορυφαίου Ιρλανδού ποιητή Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς, παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στην Ελλάδα από την Ομάδα Πάλσαρ, σε σκηνοθεσία Βίκυς Γεωργιάδου στο Skrow Theater (Αρχελάου 5, Παγκράτι, Αθήνα) από τις 22 Απριλίου έως τις 29 Μαΐου 2015.
Η Ντύρντρα (1907), μια σύντομη τραγωδία για τον έρωτα και την ελευθερία της βούλησης, που περιγράφει την τελευταία ώρα της ζωής του μυθικού ερωτικού ζεύγους της Ντύρντρας και του Νέισι, παρουσιάστηκε τον Απρίλιο του 2015, τιμώντας την συμπλήρωση 150 χρόνων από τη γέννηση του Ουίλλιαμ Μπάτλερ Γέητς.
Μετάφραση – σκηνοθεσία: Βίκυ Γεωργιάδου
Σκηνικά – κοστούμια: Κυριακή Τσίτσα
Σχεδιασμός φωτισμών: Μελίνα Μάσχα
Μουσική και ηχητικός σχεδιασμός: Κώστας Ανδρέου
Έπαιξαν οι ηθοποιοί:
Πρώτη Μουσικός: Ηλέκτρα Γεννατά
Δεύτερη Μουσικός / Μελαμψός Αγγελιοφόρος: Ντίνα Βιδάλη
Φέργκους / Κόνοχαρ: Θανάσης Δόβρης
Ντύρντρα: Γενοβέφα Ζάγγα
Νέισι: Βασίλης Μαυρογεωργίου
Παραγωγή: Ομάδα Πάλσαρ
Ο μύθος θέλει την Ντύρντρα να γεννιέται κάτω από το άστρο μιας θανάσιμης μοίρας: εάν μεγαλώσει, η ομορφιά της θα γίνει αιτία έριδας που θα σκορπίσει το θάνατο στους άντρες του Ώλστερ. Οι άντρες του Ώλστερ αποφασίζουν τη θανάτωση του μοιραίου μωρού.
Όμως ο βασιλιάς Κόνοχαρ το σώζει και το μεγαλώνει κρυφά υπό την εποπτεία μιας “μάγισσας γριάς”, ώστε, όταν γίνει γυναίκα, να την παντρευτεί και η ομορφιά της να γίνει η κορωνίδα της βασιλικής του αίγλης.
Όμως, όταν η Ντύρντρα μεγαλώνει, φουντώνει μέσα της η έξαψη της ζωής. “Κάπου ένα μήνα πριν από του γάμου της τη μέρα”, συναντάει τον Νέισι, έναν νεαρό πολεμιστή του Ώλστερ. Ο έρωτάς τους είναι κεραυνοβόλος και οι δύο εραστές εγκαταλείπουν καταδιωκόμενοι το βασίλειο του Κόνοχαρ. Περιπλανιούνται σε Ιρλανδία και Σκωτία, πολεμώντας και καταλήγουν σε ένα απομονωμένο νησί της Σκωτίας.
Περνούν επτά χρόνια. Ο βασιλιάς Κόνοχαρ έχει καταφέρει να κρύψει το εκδικητικό του μένος και, με μεσάζοντα τον αξιόπιστο Φέργκους, στέλνει αντιπροσωπεία στους εραστές για να τους γνωστοποιήσει τη συγχώρεσή του και την επιθυμία του να επιστρέψουν ελεύθεροι στο Έμαιν.
Οι εραστές επιστρέφουν γεμάτοι ελπίδα, παρόλο που όνειρα και οιωνοί τους προειδοποιούν για μία σκοτεινή μοίρα. Αντί υποδοχής, οι εραστές γνωρίζουν την παγίδευση στην πλεκτάνη του Κόνοχαρ. Ο “προδότης” Νέισι δολοφονείται και η Ντύρντρα πεθαίνει από τη θλίψη της ή, κατά άλλη εκδοχή του μύθου, αυτοκτονεί πάνω στον τάφο του Νέισι, για να αποφύγει τον εξευτελισμό της συμβίωσης με τον δολοφόνο του αγαπημένου της.
Ο Φέργκους, όταν συνειδητοποιεί ότι έγινε υποχείριο της εκδικητικής πλεκτάνης του βασιλιά, συγκεντρώνει στρατό και εκδικείται σε έναν πόλεμο με πολλά θύματα που καταστρέφει και κατακαίει ολοσχερώς το Έμαιν.
Η προφητεία εκπληρώνεται αλλά οι δύο εραστές αποθεώνονται ως παραδείγματα ερωτικής πίστης και αγάπης στην ελευθερία.
Ο Γέητς γράφει τη δική του Ντύρντρα το 1907. Χρησιμοποιεί, σύμφωνα με τα λόγια του, την “ευγενέστερη γυναικεία μορφή της Ιρλανδικής μυθιστορίας” και την ιστορία της και γράφει μια μικρή τραγωδία, που απομονώνει τα γεγονότα της τελευταίας – στην κυριολεξία – αποφασιστικής ώρας της ζωής των εραστών, για να μιλήσει για την περιπέτεια της ανθρώπινης βούλησης, τη λαχτάρα της ψυχής για ελευθερία και ανεξαρτησία, τη σημασία της προάσπισης του έρωτα για την κατάκτηση μίας ζωής ακεραιότητας, αξιοπρέπειας και πίστης.
Σε αυτή την ώρα, τα πάντα θα συμβούν μέσα σε ένα δάσος, σε έναν απομονωμένο ξενώνα όπου έχει προγραμματιστεί η υποδοχή των εραστών.
Παρούσες, ωστόσο, είναι μόνο τρεις περιπλανώμενες Μουσικοί. Έχουν δει τις σκοτεινές προετοιμασίες μιας γαμήλιας τελετής στο παλάτι του Κόνοχαρ και έχουν παρατηρήσει έναν μισθοφορικό στρατό βαρβάρων να περιφέρεται γύρω από τον ξενώνα. Η διαίσθησή τους τις βεβαιώνει ότι βρίσκονται μπροστά στην εκπλήρωση ενός κακόβουλου σχεδίου και, όταν έρχεται ο Φέργκους αναγγέλλοντας την επιστροφή των εραστών, οι Μουσικοί προειδοποιούν για την εκπλήρωση του μοιραίου τέλους της Ντύρντρας και του Νέισι.
Ο Φέργκους, παρόλα τα σημάδια, τον ερημωμένο ξενώνα και την έλλειψη αγγελιοφόρου, εμμένει στο ότι εκπλήρωσε μία καλή πράξη. Ο εξαπατημένος από τον Κόνοχαρ πρώην βασιλιάς του Ώλστερ, αντλεί δύναμη και ανακτά την χαμένη αίγλη της επιρροής του από το γεγονός ότι έπεισε τον βασιλιά να δώσει χάρη. Παρόλο που αντιλαμβάνεται, βλέπει και μαθαίνει, αρνείται να πιστέψει ότι η απόφαση του βασιλιά καλύπτει ένα προδοτικό σχέδιο εκδίκησης και δεν είναι το αποτέλεσμα της δικής του ευγενικής πειθούς.
Η άφιξη των εραστών πυκνώνει τα σύννεφα και τα σημάδια του επικείμενου κινδύνου. Ο Νέισι παρατηρεί την δυσοίωνη σκακιέρα που συνδέεται με την προδοσία και τη σφαγή του μυθικού βασιλιά Λόγκα. Η Ντύρντρα μαθαίνει από τις Μουσικούς ότι ο βασιλιάς ετοιμάζει στο παλάτι του την υποδοχή μιας νύφης, της οποίας τη βούληση θα παγιδεύσει με μαγικές πέτρες από δράκους της Λιβύης.
Οι εραστές συγκρούονται: η Ντύρντρα επιδιώκει να πείσει ξανά τον Νέισι να φύγουν και ο Νέισι απαιτεί να δείξουν εμπιστοσύνη. Η Ντύρντρα προτιμά να ζήσουν ως περιπλανώμενοι για να διαφυλάξουν τον έρωτά τους και ο Νέισι επιμένει να κερδίσουν ξανά τη ζωή τους μέσα από την υπόσχεση που έδωσε ως ιππότης.
Καταφτάνει ο αγγελιοφόρος: αναγγέλλει την έσχατη απόδειξη της προδοσίας. Ο Νέισι προκαλεί τον βασιλιά σε μονομαχία για να γνωρίσει την επιτιμητική απαξίωση του αγγελιοφόρου και ο Φέργκους, με καταρρακωμένη την αξιοπιστία του, φεύγει να συγκεντρώσει στρατό για να εκδικηθεί τον δολοπλόκο βασιλιά.
Μένουν οι δύο εραστές με τις Μουσικούς ως μόνες μάρτυρες του αιώνιου έρωτά τους στην στιγμή της απόλυτης κρίσης: Συμφωνούν να παίξουν ήσυχα σκάκι περιμένοντας το τέλος τους με αξιοπρέπεια και ελπίζοντας ότι οι Μουσικοί θα υμνήσουν την ιστορία του έρωτά τους στους αιώνες.
Έρχεται ο Κόνοχαρ: Επειδή δέχτηκε την πρόκληση του Νέισι ή για να δει αν η ομορφιά της Ντύρντρας αξίζει ακόμη το κυνήγι;
Ο Νέισι ανακτά την φλόγα της αγωνιστικότητάς του, τρέχει να επιτεθεί στον Κόνοχαρ αλλά συλλαμβάνεται από τον βαρβαρικό στρατό. Ο Κόνοχαρ θέτει τους όρους της συναλλαγής: ο Νέισι μπορεί ελεύθερος να φύγει, αρκεί η Ντύρντρα να δεχτεί να γίνει βασίλισσά του.
Η τελική σύγκρουση ανάμεσα σε δύο κόσμους είναι αναπόφευκτη. Η σύγκρουση στρατών και πολεμιστών, βασιλιάδων και ιπποτών, περιορίζεται σε μια σκακιστική παρτίδα μυαλών και ρόλων ανάμεσα στην Ντύρντρα και τον Κόνοχαρ. Η τελική έκβαση αποθεώνει την φλόγα του έρωτα που κατακαίει ωστόσο τη σύνδεση με τη ζωή.
Αλλά αυτή η απόλυτη ιστορία ερωτικής πίστης θα ταξιδέψει στην αιωνιότητα μέσα από τα τραγούδια των περιπλανώμενων Μουσικών που ήταν αυτόπτες μάρτυρες της πραγματικής ιστορίας της Ντύρντρας.
Ο Γέητς γράφει την Ντύρντρα του για να παρουσιάσει ένα χρονικό σύγκρουσης αντιθέτων που μπορεί να οδηγήσει τη ζωή στην ουσία της και την ύπαρξη στην πληρότητά της.
Η Ντύρντρα και ο Νέισι έρχονται σε σύγκρουση με την μοίρα τους και τα απόλυτα όρια των αισθημάτων τους και εκεί αποφασίζουν να υπερκεράσουν φόβους και κοινωνικές συμβάσεις και με όπλο τη βούλησή τους να χαρτογραφήσουν οι ίδιοι τη μοίρα τους, δεχόμενοι ότι η λαχτάρα για ζωή μπορεί να ενέχει και ένα καταστροφικό στοιχείο αλλά δεν στερείται ποτέ την προοπτική της ελευθερίας.
Η σύγκρουση του Κόνοχαρ με τους εραστές είναι η προσπάθεια μιας ιδιοκτησιακής εξουσίας που μπορεί να εξαγοράζει στρατιώτες, μαγικά φίλτρα και συνειδήσεις, αλλά δεν μπορεί να κάνει κτήμα της τη ζωτικότητα του έρωτα που διαμορφώνει μια ελεύθερη και ανυποχώρητη ψυχή.
Η οπτική της Ντύρντρας και των Μουσικών στα πράγματα και ο ιπποτικός κώδικας που επιλέγουν ο Φέργκους και ο Νέισι φέρνουν στο προσκήνιο μια σύγκρουση ανάμεσα στην διαίσθηση και τις κοινωνικές συμβάσεις. Η διαίσθηση αναδεικνύεται σε προστατευτική δύναμη της ζωής, ενώ η εμπιστοσύνη στις κοινωνικές συμβάσεις ενός προδοτικού κόσμου σε ταφόπλακα της αθωότητας και των καλών προθέσεων.
Η σύγκρουση υποκρισίας και ειλικρίνειας τροφοδοτεί επίσης στην Ντύρντρα του Γέητς ένα περίπλοκο και περίτεχνο παιχνίδι ρόλων: ο Κόνοχαρ υιοθετεί ένα ρόλο για να κερδίσει μια ζωή που δεν του ανήκει και η Ντύρντρα αξιοποιεί τις τεχνικές του Κόνοχαρ και αναλαμβάνει ένα ρόλο για να κερδίσει έναν θάνατο που θα αποτελέσει τη μόνη δικαίωση των επιλογών της ζωής της. Το αίτημα του Κόνοχαρ είναι η ιδιοκτησία, το αίτημα της Ντύρντρας είναι η ανεξαρτησία. Και οι δύο υιοθετούν την παγερότητα μιας υποκριτικής τεχνικής που καλύπτει τη φλόγα ενός ταιριαστού ή αταίριαστου έρωτα.
Όλες όμως αυτές οι συγκρούσεις και αντιθέσεις συνθέτουν το αρμονικό σύμπαν της τέχνης του Γέητς που ζητά τόσο από το δραματικό πρόσωπο όσο και από τον ηθοποιό το απόλυτο.
Τα πρόσωπα της Ντύρντρας, και ιδιαίτερα οι δύο εραστές, χαρακτηρίζονται από τη συνδυαστική δύναμη της φλογισμένης ζωτικότητας του σώματος και της ακραίας πυροδότησης του νου. Η δράση της ψυχής των χαρακτήρων (είτε θετικών είτε αρνητικών) ενέχει μια ακραία ενέργεια που ενώνει όλα τα στοιχεία της ύπαρξης σε έναν στρόβιλο ζωής.
Η στερέωση της ύπαρξης στην πραγματικότητα και το άνοιγμα της ψυχής σε μια ανθρώπινη καθολικότητα ήταν το απόλυτο καλλιτεχνικό αίτημα του Γέητς και αυτό που αποθέωσε τις επιλογές του μυθικού προσώπου της Ντύρντρας.
Βίκυ Γεωργιάδου, 24/01/2015